Μεταφράσεις Και Νέα Των Τουρκικών Εφημερίδων Και Ιστοσελίδων Που Αφορούν Την Ελλάδα

ΜΕΧΡΙ ΚΑΙ ΤΑ ΚΟΥΦΩΜΑΤΑ ΕΚΛΕΨΑΝ ΟΙ ΕΙΣΒΟΛΕΙΣ…

0 σχόλια Share:

Υπάρχει μια πέτρα νοσταλγίας στους τάφους τους

Κοιτάω τις φωτογραφίες του Βαρωσιού από την περίοδο πριν το 1974 και από την περίοδο μετά το 1974. Με απερίγραπτη θλίψη. Πράγματι απερίγραπτη και πράγματι δύσκολο να περιγραφεί. Δεν κοίταξα ποτέ έτσι καμία φωτογραφία. Βαρώσι πριν από το 1974. Πόσο θαυμάσια, πόσο ωραία πόλη. Θαυμάσια κτήρια. Σινεμά, θέατρα. Πεντακάθαρα, λαμπερά πάρκα. […]

Κοιτάω τις φωτογραφίες του Βαρωσιού από την περίοδο πριν το 1974 και από την περίοδο μετά το 1974. Με απερίγραπτη θλίψη. Πράγματι απερίγραπτη και πράγματι δύσκολο να περιγραφεί. Δεν κοίταξα ποτέ έτσι καμία φωτογραφία. Βαρώσι πριν από το 1974. Πόσο θαυμάσια, πόσο ωραία πόλη. Θαυμάσια κτήρια. Σινεμά, θέατρα. Πεντακάθαρα, λαμπερά πάρκα. Στρωτοί δρόμοι. Ξενοδοχεία με θέα τη θάλασσα. Παραλίες γεμάτες ζωή. Ιστιοφόρα στη θάλασσα. Αν ήμουν Βαρωσιώτης και μου έπαιρναν με τη βία το Βαρώσι, αν με έδιωχναν απ’ εκεί απειλώντας τη ζωή μου και αν μου απαγόρευαν να επιστρέψω ξανά, αν δεν μπορούσα να το ξαναδώ για 45 χρόνια, σίγουρα θα τρελαινόμουν. Πώς, άραγε, αντέχουν τόσα χρόνια οι Βαρωσιώτες;

Κοιτάω και το Βαρώσι του καλοκαιριού του 1974 και μετά. Μαραζώνοντας. Κόβοντας ένα κομμάτι από την καρδιά μου. Το κοιτάω επί μακρόν. Πώς μπόρεσαν να το κάνουν σε τούτη την ωραία πόλη; Είναι κατεστραμμένοι εκείνοι οι δρόμοι, οι λεωφόροι που έκαναν επίσημη παρέλαση τα σχολιαρόπαιδα. Οι δρόμοι είναι γεμάτοι τρύπες. Τα κτήρια με τις μαρμάρινες κολόνες είναι κατεστραμμένα. Τελείως άδεια τα παράθυρα με τα σπασμένα τζάμια. Δεν υπάρχουν γλάστρες με λουλούδια στα μπαλκόνια. Κατάξερα είναι τα σπίτια με κήπο. Σε εκείνες τις γεμάτες με ζωή παραλίες επικρατεί άκρα του τάφου σιωπή. Δεν υπάρχει ούτε ένα ιστιοφόρο στη θάλασσα. Ούτε κούνια έχει μείνει στην παραλία, ούτε κάποιο παιδί να παίζει σε αυτήν. Και ένα στρατιωτικό τζιπ στην άσφαλτο. Ακριβώς απέναντι από το Mark’s and Spencer’s. Ποιος ξέρει πώς λεηλάτησαν εκείνα τα πλούσια καταστήματα. Ιδού μια φωτογραφία που απέμεινε ενθύμιο από τα νεαρά κορίτσια. Μερικά χρόνια προτού καεί το Βαρώσι. Πόσο εύθυμα και γεμάτα ζωή είναι. Και πόσο ανίδεα για όσα θα τους συνέβαιναν. Ποιος ξέρει πού να είναι τώρα και τι κάνουν. Άραγε ζουν ή έχουν πεθάνει; Αυτή η θέα μυρίζει μπαρούτι και αίμα. Κάθε πλευρά μου. Δεξιά, αριστερά. Αν ήμουν Βαρωσιώτης, θα άντεχα τόσο πολύ; Ξέρεις τι είναι να αποκόπτεσαι από την πόλη που γεννήθηκες φίλε;

Στρέφω το πρόσωπό μου προς την Κερύνεια. Σε εκείνο το λιμάνι, το διαμάντι όλων των καρτ ποστάλ. Στα φτιαγμένα από πέτρα σπίτια εδώ και αιώνες και στο κάστρο που φτιάχτηκε πριν αιώνες. Περπατώ στον παραλιακό. Χαιρετίζοντας γνωστούς και αγνώστους και παίρνοντας και τον δικό τους χαιρετισμό. Ο δρόμος με βγάζει στο Κάρμι. Στον Καραβά. Στη Λάπηθο. Τα αγκαλιάζουν άγρια χόρτα, λουλούδια, δέντρα, μυρωδιές από λίπασμα. Πίνω κρύο νερό από τον κεφαλόβρυσο της Λαπήθου. Ένας παπάς ζωγραφίζει το μοναστήρι που βρίσκεται στη βουνοκορφή. Δεν θα τον ρωτήσω αν υπάρχει Θεός. Καμία άτοπη συζήτηση δεν θα μπορέσει να με κάνει να χάσω την ηρεμία μου που είναι γεμάτη με τιτιβίσματα πουλιών. Θα κοιτάξω τους βράχους και τη θάλασσα. Θα φυλάξω εσαεί στην καρδιά μου αυτή τη θαυμάσια θέα που τρελαίνει τον άνθρωπο. Αν ήμουν Κερυνειώτης και μου έπαιρναν την Κερύνεια με τη βία, αν με έδιωχναν απ’ εκεί απειλώντας τη ζωή μου και αν μου απαγόρευαν να ξαναζήσω εκεί, αν δεν μπορούσα να ζήσω εκεί για 45 χρόνια, σίγουρα θα τρελαινόμουν. Πώς αντέχουν, άραγε, τόσα χρόνια οι Κερυνειώτες;

Οι γονείς μου κατάγονται από την Τέρα. Αλλά εγώ είμαι Λευκωσιάτης. Γεννήθηκα στη γειτονιά Γενί Τζαμί της Λευκωσίας. Μεγάλωσα στη γειτονιά του Ταντή. Δικό μου είναι και το Καφεσλί, δικός μου και ο Άγιος Κασιανός. Και τα οχυρά των τειχών. Πόσες φορές γύρισα με το ποδήλατό μου τα στενά σοκάκια. Από την Πύλη Αμμοχώστου μέχρι την Πύλη Πάφου. Πόσες φορές κοιταχτήκαμε με τις στοιχισμένες φοινικιές πάνω στο τείχος. Με τα μουστάκια και τα γένια μας που μόλις φύτρωναν. Μόλις έκλεισαν οι πόρτες το 1963 θα τρελαινόμουν. Δεν μπόρεσα να ξαναπεράσω από τους δρόμους που περνούσα. Δεν μπόρεσα να ξανακοιτάξω τα μέρη που μου άρεσε να κοιτάζω. Με ένα ενδιάμεσο κεφάλαιο το 1968 απέκτησα αυτά που νοσταλγούσα, αλλά δεν διήρκεσε πολύ αυτό. Μετά το καλοκαίρι του 1974 μετατράπηκε σε όνειρο εντελώς. Πώς μπόρεσα να αντέξω αυτή την τρελή νοσταλγία τριάντα χρόνια και εγώ δεν ξέρω. Πόσο νοστάλγησα τελικά την οδό Λήδρας, τη Λάρνακα, τη Λεμεσό, την Πάφο. Το αγκάλιασμα που έγινε μετά από τριάντα χρόνια, ήταν ένα αγκάλιασμα κατάδικου. Όπως οι κατάδικοι που αποκτούν την ελευθερία τους αγκαλιάζουν την αγαπημένη τους μετά από χρόνια, έτσι και εγώ αγκάλιασα το άλλο μισό της πατρίδας μου. Θα μπορέσουν, άραγε, να ζήσουν αυτή τη χαρά μια μέρα και οι Βαρωσιώτες, οι Κερυνειώτες, οι Μορφίτες και οι Καρπασίτες;

Ξέρω ότι οι πρόσφυγες, που πέθαναν κατά τη διάρκεια αυτών των 45 χρόνων, έφυγαν μη αντέχοντας αυτή τη νοσταλγία. Υπάρχει μια πέτρα νοσταλγίας πάνω στους τάφους όλων τους. Μερικά δάκρυα που έχουν στεγνώσει. Ούτε οι αέρηδες τα σβήνουν, ούτε οι φουρτούνες. Αφού υπάρχουν δύο πράγματα στον κόσμο που ξεχνιούνται μόνο με τον θάνατο. Και το ένα από αυτά είναι το πρόσωπο της μάνας μας και το άλλο είναι το πρόσωπο της πόλης μας. Μην ελπίζετε άδικα. Κανείς δεν ξεχνά.

Σενέρ Λεβέντ

21/2/2019

politis.com.cy/stiles/yparchei-mia-petra-nostalgias-stoys-tafoys-toys

 

Previous Article

ΤΣΑΒΟΥΣΟΓΛΟΥ: ΕΛΗΞΕ Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΜΕ ΤΟΥΣ S-400

Next Article

ΤΟΥΡΚΙΑ : ΕΔΩ ΤΑ ΦΤΗΝΑ ΔΙΔΑΚΤΟΡΙΚΑ !

Ίσως Σας Ενδιαφέρουν

Σχολιάστε

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν κοινοποιείται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *