ΑΡΘΡΟ ΤΟΥ ΓΡΑΜΜΑΤΕΑ ΤΗΣ ΔΗΜ.ΑΡ.-ΡΟΔΟΠΗΣ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ-¨ΦΩΝΗ ΤΟΥ ΠΡΟΞΕΝΕΙΟΥ¨

Καλημέρχαμπα

Του Δάμωνα Δαμιανού

Damon

Συνέδριο για την Συνθήκη της Λοζάνης στην Κομοτηνή. Τι πιο ωραία ευκαιρία για μια αναδρομή στα 90 χρόνια από την υπογραφή μιας συνθήκης που καθόρισε σε μεγάλο βαθμό το πλαίσιο των ελληνοτουρκικών σχέσεων στον 20ο αιώνα, το καθεστώς προστασίας των μειονοτήτων, τα διδάγματα που αντλήθηκαν από την εφαρμογή της συνθήκης, τα λάθη, τις παραλείψεις, τις στρεβλώσεις, τις κρατικές παρεμβάσεις που αλλοίωσαν την ουσία της κάποιες φορές αλλά και τα θετικά που έλαβαν χώρα στο διατρέξαν μεγάλο αυτό χρονικό διάστημα.

Μια πραγματικά μεγάλη πρόκληση για να δοκιμαστεί ο πολιτικός λόγος, η επιστημονική προσέγγιση, η κοινωνιολογική αποτύπωση των γεγονότων, οι συνέπειες πάνω στους πληθυσμούς, τα επιμέρους στοιχεία όπως είναι τα εκπαιδευτικά ζητήματα, η εφαρμογή στην πράξη των θρησκευτικών ελευθεριών, οι προτάσεις για το μέλλον σε έναν κόσμο που αλλάζει με ταχείς ρυθμούς τις τελευταίες δεκαετίες. Σε μια Ευρώπη που πλέον έχει αναγάγει την προστασία των μειονοτικών δικαιωμάτων σε «ευρωπαϊκό κεκτημένο» και με έντονες τις προκλήσεις των σύνθετων και πολυπολιτισμικών κοινωνιών που απορρέουν από τις συνεχείς μετακινήσεις πληθυσμών και τα μεγάλα μεταναστατευτικά ρεύματα που σημειώνονται από τις χώρες του λεγόμενου τρίτου κόσμου.

Η μειονότητα της δυτικής Θράκης είναι πασίδηλο ότι στην Συνθήκη της Λοζάνης αναγνωρίζει τον καταστατικό χάρτη που περιφρουρεί την προστασία της και υπογραμμίζει την ύπαρξη της ως διακριτό κομμάτι πληθυσμού εντός της ελληνικής επικράτειας. Και είναι πράγματι η Συνθήκη της Λοζάνης για την εποχή που συνομολογήθηκε μια σημαντική παρακαταθήκη για την προστασία των ανθρώπινων και μειονοτικών δικαιωμάτων τόσο για τους μη μουσουλμανικούς πληθυσμούς όλων των εθνικών προελεύσεων της Τουρκίας όσο και της αντίστοιχης μειονότητας που παρέμεινε εντός της Ελλάδας.

Το «τμήμα Ε» της Συνθήκης της Λοζάνης και τα όσα περιγράφονται από τα άρθρα 38 έως 44 για τη προστασία των μειονοτήτων είναι ενδεικτικά του τρόπου σκέψης και πολιτικής συμπεριφοράς των ηγετών της εποχής εκείνης. Και να σκεφθεί κανείς ότι Ελλάδα και Τουρκία είχαν μόλις βγει από έναν αιματηρό πόλεμο μεταξύ τους που οδήγησε στην διαμόρφωση του νέου εθνικού τουρκικού κράτους από την μια πλευρά και τον οριστικό ενταφιασμό της «Μεγάλης Ιδέας» από την άλλη. Στην οριστική διαμόρφωση των ορίων της ελληνικής και της τουρκικής επικράτειας.

Αν μπορούσαν, λοιπόν, να μιλούν κατά πρόσωπο οι Ελευθέριος Βενιζέλος και Κεμάλ Ατατούρκ και οι πολιτικοί τους επίγονοι, εάν κατόρθωσαν οι ηγέτες αυτοί ήδη από την δεκαετία του 1930 να συνυπογράψουν συνθήκες ειρήνης και συνεργασίας ανάμεσα στις δύο χώρες με νωπά τα γεγονότα στην μνήμη των δύο λαών και ακόμα μεγαλύτερα τα τραύματα των ξεριζωμένων πληθυσμών και των δύο πλευρών, αναρωτιέμαι τι είναι εκείνο που εμποδίζει όλους εμάς, 90 χρόνια μετά, να ξεπεράσουμε την μολυσματική νόσο της μισαλλοδοξίας και να κοιτάξουμε κατάματα την ιστορία, δίνοντας την υπόσχεση ότι λαοί και κυβερνήσεις, πολίτες και θεσμικοί φορείς, απόγονοι των ανταλλαγέντων και των προσφύγων, θα συμβάλουμε ώστε η παγίωση της ειρήνης και της συνεργασίας ανάμεσα σε Ελλάδα και Τουρκία και το αμοιβαίο όφελος για τους δύο λαούς να αποτελεί τον μόνιμο οδηγό των ενεργειών μας για τα επόμενα χρόνια.

Επανέρχομαι όμως στο άρθρο 39 της Συνθήκης της Λοζάνης και αντιγράφω από το κείμενο που αφορά την προστασία των μειονοτήτων: « Ουδείς περιορισμός θέλει επιβληθεί κατά της ελευθέρας χρήσεως παρά παντός τούρκου υπηκόου οιασδήποτε γλώσσης, είτε εν ταις ιδιωτικαίς ή εμπορικαίς σχέσεσιν, είτε ως προς την θρησκείαν τον τύπον και πάσης φύσεως δημοσιεύματα, είτε εν ταις δημοσίαις συναθροίσεσιν.

Παρά την ύπαρξην της επισήμου γλώσσης, θα παρέχωνται αι προσήκουσαι ευκολίαι εις τους τούρκους υπηκόους, τους λαλούντες γλώσσαν άλλην ή την τουρκικήν, δια την προφορικήν χρήσιν της γλώσσης, αυτών ενωπίων των δικαστηρίων».

Και στο καταληκτικό άρθρο 45 διαβάζουμε: «Τα αναγνωρισθέντα δια των διατάξεων του παρόντος Τμήματος δικαιώματα εις τας εν Τουρκία μη μουσουλμανικάς μειονότητας, αναγνωρίζονται επίσης υπό της Ελλάδος εις τας εν τω εδάφει αυτής ευρισκομένας μουσουλμανικάς μειονότητας».

Και όμως, μετά από 90 χρόνια εφαρμογής της Συνθήκης της Λοζάνης, υπάρχουν σήμερα Έλληνες αξιωματούχοι που θεωρούν την ομιλία της τουρκικής γλώσσας στην Θράκη από μειονοτικούς πολίτες σε επίσημα φόρα, ως «πρόκληση που δεν μπορεί να μείνει αναπάντητη». Με άλλα λόγια, έρχονται να μιλήσουν για την Συνθήκη της Λοζάνης αρνούμενοι να αποδεχθούν και το γράμμα και το πνεύμα που την διαπνέει!

Είναι το αποτέλεσμα της επισταμένης καλλιέργειας της «τουρκοφοβίας» στις τάξεις του ελληνικού λαού ως αποτέλεσμα των προβλημάτων που ανέκυψαν στις ελλητουρκικές σχέσεις από τα μέσα της δεκαετίας του 50 κυρίως και μετά. Και οι σχέσεις των δύο κρατών πέρασαν πράγματι από πολλές διακυμάνσεις και καμπές όλα αυτά τα χρόνια. Όποιος προσπαθεί βέβαια σήμερα να ρίξει αποκλειστικά την πέτρα του αναθέματος στο ένα ή στο άλλο μέρος διαπράττει αν μη τι άλλο την λεγόμενη «εθνική ή μυωπική ανάγνωση της ιστορίας», την ανάγνωση δηλαδή που συμφέρει και όχι εκείνη που αποτυπώνει την πραγματικότητα των γεγονότων υπό το φως των συνθηκών αλλά και των συγκυριών κάτω από τις οποίες αυτά έλαβαν χώρα.

Ανεξαρτήτως όμως των κατά περίπτωση αφορμών για τις ελληνοτουρκικές συγκρούσεις, τα μεγάλα θύματα αυτών των συγκρούσεων υπήρξαν οι μειονότητες. Αυτές πλήρωσαν κάθε φορά το κόστος των εθνικών σκοπιμοτήτων χωρίς οι ίδιες να φταίνε σε τίποτα. Και ο κάθε ψύχραιμος αναλυτής της ιστορίας σήμερα, ανεξαρτήτως αν είναι Έλληνας ή Τούρκος μέλος της ελληνοχριστιανικής μειονότητας της Τουρκίας ή της τουρκομουσουλμανικής μειονότητας της Ελλάδας, δεν μπορεί παρά να παραδεχθεί ότι οι μειονότητες αποτέλεσαν διαχρονικά το μαλακό υπογάστριο ή τον σάκο του μποξ των ελληνοτουρκικών σχέσεων.

Ένα άλλο ιστορικό και ιδεολογικό λάθος σε αυτή την περίπτωση είναι η «θεωρία της ζυγαριάς», ποιος δηλαδή έβλαψε περισσότερο τον άλλο και ποιος ευθύνεται περισσότερο και βαρύτερα έναντι του άλλου. «Εμείς σας κάναμε αυτό αλλά και εσείς μας κάνατε εκείνο», αποτελεί την σχεδόν μόνιμη επίκληση και επωδό των επιχειρημάτων σε αυτό το επίπεδο.

Να ξεκαθαρίσω σε αυτό το σημείο ότι σέβομαι τις ιστορικές ευαισθησίες και τον πατριωτισμό του καθενός σε καμία όμως περίπτωση δεν δέχομαι ώστε οι τραυματικές εμπειρίες του παρελθόντος να αποτελούν το άλλοθι για την διαχρονική διατήρηση του εθνικιστικού μίσους και του φανατισμού ως στοιχείο εθνικής ταυτότητας και ετεροπροσδιορισμού σε σχέση με άλλους λαούς και κυβερνήσεις.

Ο σεβασμός των ανθρώπινων και μειονοτικών δικαιωμάτων, η παροχή θετικών διακρίσεων σε ευαίσθητες και χρήζουσες προστασίας κοινωνικές ομάδες, σε εθνικές και θρησκευτικές μειονότητες στον 21ο αιώνα δεν μπορεί για ένα ευρωπαϊκό κράτος να υπόκειται στην καταστροφική και ψυχοφθόρα και μειωτική για την ανθρώπινη ύπαρξη και αξιοπρέπεια λογική της όποιας αμοιβαιότητας. Οι αυτονόητες υποχρεώσεις απέναντι στους πολίτες σου δεν υπόκεινται σε καμία αμοιβαιότητα γιατί τότε υιοθετείς εκ των πραγμάτων την ύπαρξη πολιτών πολλών ταχυτήτων και διαφορετικών κατηγοριών.

Οι πολίτες της μειονότητας στην Θράκη υπήρξαν για το ελληνικό κράτος για πολλές δεκαετίες πολίτες ήσσονος σημασίας και δικαιωμάτων σε σχέση με τους υπόλοιπους Έλληνες πολίτες και οι συνθήκες που είχαν υπογραφεί ανάμεσα σε Ελλάδα και Τουρκία δεν εμπόδισαν την πολιτική των διακρίσεων. Είναι κρίμα εν έτη 2013 ορισμένοι να αισθάνονται την ανάγκη να επιβεβαιώσουν τον εθνικό τους τσαμπουκά έναντι της μειονότητας με μεθόδους χωροφύλακα. Δεν τιμά τους ίδιους, την χώρα που εκπροσωπούν και κυρίως…δεν μασάει πια από αυτά η Μειονότητα!

Δάμων Δαμιανός

Δημοσιογράφος

 Εφ. Γκιουντέμ  1/12/2013 

Σχ : Αν δηλαδή το κείμενο το έγραφε ο Τούρκος πρόξενος, τι διαφορετικό θα έγραφε ; 

Μοιραστείτε
Share on FacebookTweet about this on TwitterShare on Google+Pin on PinterestEmail this to someone
Κατηγορία: ΘΡΑΚΗ | Ετικέτα:

Τα σχόλια είναι κλειστά.