ΓΙΑ ΤΑ ΑΝΑΒΛΗΘΕΝΤΑ ΣΕΜΙΝΑΡΙΑ

Άρθρο του κου Μήλλα σχετικά με τα σεμινάρια τουρκικών που δεν κατέστη δυνατό να πραγματοποιηθούν

H συνθήκη της Λοζάνης του 1923, διασφάλισε την ειρήνη μεταξύ των δύο χωρών και τα τελικά του σύνορα. Στη συνέχεια, οι λαοί της Τουρκίας και της Ελλάδας, ανέλαβαν την ευθύνη της ίδιας τους της μοίρας. Αυτή είναι η επίσημη εκδοχή. Ωστόσο, με τη συνθήκη της Λοζάνης, συνέβησαν και γεγονότα που δεν θέλουμε και πολύ να θυμόμαστε: πραγματοποιήθηκε η ανταλλαγή πληθυσμών και εμφανίστηκαν τα προβλήματα των μειονοτήτων. Τα δύο αυτά γεγονότα προκάλεσαν τραύματα. Τα λεξικά, για τη λέξη «τραύμα», χρησιμοποιούν τον εξής ορισμό: «το βίωμα κατά το οποίο, επιφέρονται σημάδια τραυματισμού, ψυχικού είτε σωματικού, σε έμψυχο ον».

Σε περίπτωση που εφαρμοζόταν σήμερα η ανταλλαγή, θα μιλούσαμε για γενοκτονία. Η αναγκαστική και μαζική αποκοπή των ανθρώπων από τα σπίτια τους και τις πατρίδες τους, θεωρείται επί των ημερών μας, έγκλημα κατά της ανθρωπότητας. Τα χρόνια εκείνα, θεωρούνταν ένα μέτρο ρουτίνας, των θεμελιωτών των εθνών-κρατών. Ιδιαίτερα σε αυτού του είδους τις πρακτικές, επειδή εφαρμόζονται αμοιβαία και στις δύο πλευρές, τα εκάστοτε μέρη δεν κρίνουν κατάλληλο να υψώσουν τη φωνή τους. Φυσικά όταν οι πρακτικές αυτές εφαρμόζονται μονομερώς, τότε οι διοικούντες δεν ξεχνούν με κανέναν τρόπο το γεγονός. Όπως συνέβη παραδείγματος χάριν και στην περίπτωση των μουσουλμάνων που εκδιώχθηκαν από τα Βαλκάνια μετά από τους Βαλκανικούς Πολέμους, ή στην περίπτωση των Ρωμιών που απελάθηκαν από την Κωνσταντινούπολη, γεγονός που η Ελλάδα δεν ξεχνά.

Οι ανταλλαχθέντες και οι πρόσφυγες όμως επούλωσαν τις πληγές τους, με κάποιο τρόπο ξεπέρασαν τα τραύματά τους, πραγματοποίησαν σημαντικά βήματα με σκοπό να φτιάξουν μια νέα ζωή, ακόμα και αν δεν ξέχασαν τα σπίτια τους, τις πονεμένες μέρες τους και τους νεκρούς τους. Τώρα, θα με ρωτήσετε και που τα ξέρεις εσύ αυτά; Θα σας πω λοιπόν να κοιτάξετε τους συλλόγους που ίδρυσαν, τις εκδρομές που πραγματοποίησαν, τις γιορτές τους, τις δημοσιεύσεις τους, τις εκδηλώσεις τους. Ξεπέρασαν με κάποιο τρόπο το τραγικό αυτό γεγονός, χωρίς να ξεχάσουν το παρελθόν και τις ρίζες τους. Εξετάζοντας το σύλλογο ανταλλαχθέντων της Λοζάνης, ως τρίτη γενιά, μπορώ να πω ότι απολαμβάνουν το πλούσιο αυτό παρελθόν.

Τι κρίμα όμως που η κατάσταση με τις μειονότητες είναι διαφορετική. Είναι «μπρος γκρεμός και πίσω ρέμα». Δεν θεωρούνται ούτε συμπατριώτες στη χώρα που κατοικούν, ούτε και η «μητέρα-πατρίδα» τους εξασφαλίζει μια φυσιολογική, ανθρώπινη ζωή. Η πλειονότητα γύρω τους δεν τους συμπεριφέρεται καλοπροαίρετα, δεν τους εμπιστεύεται και συνεπώς τους ενοχλεί με διαφόρους τρόπους. Το ρήμα « ενοχλεί» δε, είναι ο πιο μαλακός όρος. Κάποιες φορές τους δηλητηριάζει τη ζωή, τους συνθλίβει, τους εξουθενώνει, τους ντροπιάζει, και εξαγριώνοντας τους, τους υποχρεώνει να στραφούν αλλού. Αυτό που ονομάζουν «μητέρα-πατρίδα», το βλέπουν είτε σαν φορτίο, είτε σαν ευκαιρία προς εκμετάλλευση. Η πατρίδα στην οποία ζούνε, τους εξοστρακίζει λόγω της «μητέρας-πατρίδας». Αυτοί με τη σειρά τους, καθώς εξοστρακίστηκαν, αποξενώνονται από το περιβάλλον τους. Πρόκειται για έναν φαύλο κύκλο πόνου.

Τις περασμένες μέρες, μια εκδήλωση της μειονότητας της Δυτικής Θράκης-τα σεμινάρια που διοργανώθηκαν με θέμα τη διδασκαλία των τουρκικών- δεν κατέστη δυνατόν να πραγματοποιηθούν. Μας είπαν ότι «αναβλήθηκαν». Ιδού ένα μικρό παράδειγμα του φαύλου κύκλου. Πρόκειται για μια εξέλιξη που μπορεί να μοιάζει ασήμαντη αλλά μπορεί να ταράξει τον εσωτερικό κόσμο ενός ανθρώπου. Πρόκειται για ένα γεγονός, που παράγει και πάλι δυσπιστία, αποξένωση και πικρία. Πρόκειται για ένα συμβάν, που μετά από λίγο καιρό θα ξεχαστεί και η ιστορία δεν θα το καταγράψει. Ωστόσο η ζωή των μειονοτήτων της συνθήκης της Λοζάνης, ορίσθηκε μέσα από τέτοιου είδους μικρά συμβάντα. Κάποιες φορές ήταν ένας ειδικός νόμος, κάποιες ένα γεγονός καταφανούς εφαρμογής διακρίσεων, κάποιες άλλες ένας κακός λόγος, κάποια υπεκφυγή ή ένα λάθος επίθετο… Για κάθε εξοστρακισμό υπάρχει πάντοτε και κάποιο αιτιολογικό. Οι δικαιολογίες αυτές, προκαλούν στη μειονότητα το αίσθημα του «με κοροϊδεύουν» ή «με θεωρούν βλάκα». Λέγοντας μειονότητα (για να μην το εκλάβει κανείς λανθασμένα ή μονομερώς) εννοώ και τους Ρωμιούς της Κωνσταντινούπολης (και πολλούς άλλους).

Γιατί οι ανταλλαχθέντες είναι πιο ήρεμοι και οι μειονότητες είναι συνεχώς ανήσυχες; Τι μπορεί να γίνει επ΄ αυτού; Ποιος φέρει την ευθύνη για όλα αυτά; Αναμφίβολα η ευθύνη βαραίνει τους διοικούντες, που δεν μπορούν να θεμελιώσουν πρωτίστως ένα υγιές κράτος και μια υγιή σχέση κράτους-πολίτη. Κρίμα που δεν καταλαβαίνουν ότι τμήμα των καταστάσεων που δεν τους ευχαριστούν, το έχουν δημιουργήσει οι ίδιοι. Στην πραγματικότητα είναι κρίμα, ντροπή και σφάλμα αυτά που έπραξαν. Το Σύνταγμα και όλοι οι νόμοι θεωρούν όλους τους νόμους και τους πολίτες ίσους. Το να μην εμπιστεύεσαι τον συμπατριώτη σου, το να τον θεωρείς ξένο και να τον αποξενώνεις, δεν αποτελεί δικαίωμα, αποτελεί παραβίαση δικαιώματος. Το να θεωρείς ξένους κάποιους ανθρώπους με διαφορετική θρησκεία, γλώσσα και εθνικότητα, που έτυχε να παραμείνουν στη χώρα, ενώ έπρεπε να μεταναστεύσουν, είναι το πρώτο βήμα προς μια αρνητική εξέλιξη. Τα υπόλοιπα είναι η εξέλιξη αυτής της θεώρησης.

Η ευθύνη των μειονοτήτων είναι το γεγονός ότι δεν είδαν ποτέ τον εαυτό τους έξω από ένα σύστημα προστασίας. Αναζητούσαν πάντοτε μια προστατευτική ισχύ που θα τους εμπιστευόταν. Κάνοντας παράπονα στο κράτος τους, ένιωθαν την ανάγκη να βασίζονται σε αυτό που ονόμαζαν «μητέρα-πατρίδα». Χωρίς αμφιβολία δυσκολεύθηκαν. Εν τέλει όμως η κατάσταση μετατράπηκε σε φαύλο κύκλο. Οι ΜΚΟ των μειονοτήτων είναι και αυτές σαν τους επίσημους οργανισμούς που στελεχώνουν υπάλληλοι. Η ανεξάρτητη βούλησή τους εξανεμίστηκε. Η κατάσταση αυτή, δεν επιτρέπει την άνθηση μιας υγιούς σχέσης πολίτη-κράτους.

Ο φαύλος αυτός κύκλος, δηλαδή η συνεχώς ανανεωμένη δυσπιστία, μπορεί να ξεπεραστεί με δύο πρωτοβουλίες: Από τη μια πλευρά με την εμπιστοσύνη του κράτους προς τους πολίτες του και από την άλλη, με την ενσωμάτωση των μειονοτήτων στο περιβάλλον και τις χώρες τους. Η ερώτηση «Ποιο από τα δύο θα προηγηθεί;» είναι λανθασμένη. Πρόκειται για μια ερώτηση που θέτουν όσοι δεν είναι έτοιμοι για να δεχθούν μια λύση. Όσοι είναι έτοιμοι να ξεπεράσουν το τραύμα και τις στρεβλές σχέσεις δεν υιοθετούν τέτοιου είδους αναπάντητα ερωτήματα, πράττουν τα αναγκαία. Στην «εμπιστοσύνη» ελλοχεύουν κίνδυνου, δεν υπάρχει αμφιβολία επί τούτου. Για το λόγο αυτό, οι καχύποπτοι, εάν είναι διοικούντες γίνονται αυταρχικοί, εάν είναι απλοί πολίτες, γίνονται υποταχτικοί ενός έθνους. Όσοι δεν εμπιστεύονται το λαό τους, δεν μπορούν να είναι δημοκράτες, όσοι δεν εμπιστεύονται το κράτος τους, δεν μπορούν να είναι πατριώτες. Εάν εξετάσουμε τις μειονότητες που απέμειναν από τη Λοζάνη, από μια γενική σκοπιά, θα δούμε ότι έχουμε να κάνουμε με δύο κλάδους ενός μη εξελιγμένου μοντερνισμού: κράτη που δεν μπόρεσαν να αναπτυχθούν και ανθρώπινες κοινωνίες που δεν μπόρεσαν να σταθούν στα πόδια τους. Ίσως και να χρειαζόμαστε περισσότερο χρόνο!

Περιοδικό Αζινλίκτσα 18-12-2011

 

Μοιραστείτε
Share on FacebookTweet about this on TwitterShare on Google+Pin on PinterestEmail this to someone