¨ΟΙ ΣΤΡΑΤΙΩΤΕΣ ΠΡΟΧΩΡΟΥΣΑΝ ΚΑΙΓΟΝΤΑΣ ΤΑ ΦΤΩΧΟΣΠΙΤΑ ΤΟΥ ΧΩΡΙΟΥ¨

Σκότωσαν τον πατέρα μου και τον παππού μου !

Κωνσταντινούπολη- Η Μπεσνά Τοσούν Κιλίτς με το χωριό της πυρπολημένο, τον παππού δολοφονημένο και τον πατέρα της απαχθέντα και αγνοούμενο μιλά δίνοντας μάθημα στον κραυγάζοντα Αμπντουλλάχ Γκιούλ. : ¨Τον πατέρα μου τον συνέλαβαν και αγνοείται, το χωριό μου το πυρπόλησαν και τον παππού μου τον εκτέλεσαν ενώ προσευχόταν. Και πάλι δεν ορκίστηκα εκδίκηση.¨

Μέρα του Μπαϊραμιού και ενώ όλοι συρρέουν στους τάφους των συγγενών τους, αυτή επί 16 χρόνια αναζητεί τα ίχνη του συλληφθέντα και αγνοούμενου πατέρα της, Φεχμί Τοσούν. Η Μπεσνά Τοσούν Κοτς που κάθε μέρα πονά και περισσότερο για το ότι το κράτος που τον δολοφόνησε θεώρησε υπερβολικό να έχει τουλάχιστον ένα τάφο περιέγραψε στο Φιράτ αυτά που έζησε.

Η Μπεσνά Τοσούν Κοτς ήταν μόλις 12 ετών όταν στις 19-10-1995 ο πατέρας της ο Φεχμί Τοσούν απήχθη μπροστά στα μάτια της. Ποτέ δεν σβήστηκαν από την μνήμη της οι κραυγές της μάνας της και το τρέξιμο του αδερφού της πίσω από το λευκό Renault-Toros.

ΣΤΑ 7 ΤΗΣ Ο ΠΑΤΕΡΑΣ ΤΗΣ ΗΤΑΝ ΣΤΗ ΦΥΛΑΚΗ

Αυτά που έζησε η Μπεσνά που γεννήθηκε το 1983 στο Λίτζε ως τα 12 της, αποτελούνε ουσιαστικά μια περίληψη του Κουρδικού Θέματος. Η οικογένεια της όπως και χιλιάδες άλλες αντιμετώπισαν την κρατική απειλή που έλεγε πως είτε θα έπρεπε να γίνεις ¨φύλακας χωριού¨ ή να εγκαταλείψεις το χωριό. Η οικογένεια της όμως και ειδικά ο πατέρας της ποτέ δεν υπέκυψαν σε αυτές τις απειλές. Όταν οι πιέσεις αυξήθηκαν και ο πατέρας της ο Φεχμί Τοσούν αρνήθηκε να γίνει ¨φύλακας¨ συνελήφθη και φυλακίστηκε στις φυλακές του Ντιγιαρμπακίρ με την κατηγορία της συνέργειας προς το ΠΚΚ. Τότε ήταν που για την 7χρονη Μπεσνά, την μητέρα της Χανίμ Τοσούν και τα τέσσερα αδέρφια τους άρχισαν οι πικρές μέρες.

¨ΕΚΛΕΙΝΑ ΤΑ ΜΑΤΙΑ ΜΟΥ ΚΑΙ ΠΡΟΣΕΥΧΟΜΟΥΝ ΝΑ ΦΥΓΟΥΝ¨

Η Μπεσνά περιγράφει πως μετά την φυλάκιση του πατέρα τους σχεδόν κάθε νύχτα τα χωριά δεχόταν επιθέσεις από ειδικές ομάδες, πολλοί εγκατέλειψαν το χωριό λόγω της πίεσης να γίνουν ¨φύλακες¨ και όσοι δεν το εγκατέλειπαν δεχόταν μεγάλες πιέσεις. Περιγράφει εκείνη την περίοδο ως εξής :

Από τις καθημερινές σχεδόν βραδινές επιθέσεις από ειδικές ομάδες και ¨φύλακες¨ δεν θέλαμε καν να κοιμηθούμε. Διότι όταν κοιμόμασταν ξυπνούσαμε από το σπάσιμο της πόρτας. Κάθε φορά που γινόταν επίθεση το βράδυ η μάνα μου μας έλεγε «Μη τυχόν ανοίξετε τα μάτια σας, κάντε πως κοιμάστε» . Όταν επιτίθονταν στο σπίτι έκλεινα σφιχτά τα μάτια μου και προσευχόμουν να φύγουν. Τις πιο δύσκολες στιγμές τις ζούσαμε μαζί με τα αδέρφια μου όταν έμπαιναν στο δωμάτιο που κοιμόμασταν. Έσπαζαν ότι έβρισκαν μπροστά τους και εμείς κάμναμε ότι κοιμόμασταν. Μερικές φορές ανοίγαμε τα μάτια μας και βλέπαμε αλλά μετά βίας κρατιόμασταν να μην κραυγάσουμε από φόβο. Δεν ξεχνάω ποτέ το πώς τους φώναξε μια φορά η μάνα μου, η οποία γενικά ήταν ψύχραιμη όταν έκαναν έρευνες στο σπίτι. Η μάνα μου διάβαζε Κοράνιο και μια μέρα που ήρθαν το πήραν από εκεί που το είχε και άρχισαν να ανακατεύουν τις σελίδες του. Η μάνα μου του κραύγασε «Τι ψάχνεις, ποιος νομίζεις ότι είσαι ;».

ΣΑΝ ΤΑΙΝΙΑ ΓΙΑ ΤΟΝ ΜΕΣΑΙΩΝΑ

Η Μπεσνά αναφέρει πως όταν σε κάποια φάση η μάνα της μαζί με τους τρεις αδερφούς της πήγαν να επισκεφτούνε τον φυλακισμένο στις φυλακές του Άντεπ πατέρα της, και ενώ στο σπίτι είχαν μείνει η ίδια και η αδερφή της η Ζιγιάν, στρατιώτες, ειδικές δυνάμεις της αστυνομίας και ¨φύλακες¨ οργάνωσαν μεσημεριανή έφοδο με θωρακισμένα οχήματα στο χωριό, και περιγράφει το γεγονός ως εξής :

¨Προχωρούσαν καίγοντας τα φτωχόσπιτα του χωριού. Εκείνη την στιγμή ήμασταν μέσα στο σπίτι αλλά πεταχτήκαμε έξω από τις κραυγές που ακούσαμε. Οι Κούρδισες γυναίκες κραύγαζαν ¨Φύγετε, οι στρατιώτες καίνε τα σπίτια¨. Όλοι έτρεχαν να σωθούν την ώρα που υψώνονταν οι καπνοί. Τότε μαζί με την αδελφή μου αρχίσαμε να τρέχουμε και καταφύγαμε στους γείτονες μας. Όλοι σχεδόν από τον φόβο εγκατέλειψαν τα σπίτια και έφυγαν αλλά ο ιμάμης του χωριού και παππούς μου ο Ξιγιαλί, αρνήθηκε να φύγει από το σπίτι του. Όπως πάντα μπήκε στο δωμάτιο του και άρχισε να κάνει το ναμάζι του. Την ώρα που προσευχόταν οι ¨φύλακες¨ τον εκτέλεσαν πυροβολώντας τον στην πλάτη. Αργότερα βρέθηκε εκτελεσμένος πάνω στο χαλί της προσευχής. Όταν βγήκαμε από το σπίτι των γειτόνων μας όπου είχαμε καταφύγει, περπατώντας μέσα στο πλήθος χαθήκαμε με την αδερφή μου. Εμένα με πήρε η νύφη μας και την αδερφή μου η θεία μας. Καταφύγαμε στο κοντινότερο χωριό. Εκείνη την μέρα κλαίγοντας πίστεψα πως δεν θα ξαναέβλεπα την αδερφή μου.

ΛΕΥΚΟ ΤΟΡΟΣ

Η Μπεσνά αναφέρει πως οι ίδιοι και 5 ακόμη γέροι των οποίων τα σπίτια από τύχη δεν κάηκαν στο χωριό αντιστάθηκαν και έμειναν για λίγους μήνες, αλλά αργότερα αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν το χωριό. Η οικογένεια μεταφέρθηκε στο Ντιγιαρμπακίρ και όταν βγήκε από την φυλακή ο Φεχμί Τοσούν πήγαν στην Κωνσταντινούπολη. Εγκαταστάθηκαν στην περιοχή Αβτζιλάρ και ενώ νόμιζαν πως τελείωσαν οι άσχημες μέρες, άρχισαν και εδώ οι καταπιέσεις. Η Μπεσνά περιγράφει ως εξής πως απήχθη ο πατέρας της από αυτούς που ήταν μέσα στο λευκό Ρενώ-Τόρος :

¨Όσο και αν προσπαθούσαν οι γονείς μας να μην το καταλάβουμε, καταλαβαίναμε πως ζούσαμε πολύ έντονες μέρες. Η μάνα μου δεν ήξερε λέξη τουρκικά αλλά παρόλα αυτά δεν άφηνε πουθενά μόνο του τον πατέρα μου, όπου πήγαινε κι αυτή από πίσω του. Αγαπιόντουσαν πολύ. Όταν ήταν εκτός φυλακής δεν χώριζαν ποτέ μεταξύ τους. Κατά τις 19.00 η ώρα πήγαινα μαζί με τον ξάδερφο μου προς το σπίτι. Δίπλα στο σπίτι όπου καθόμασταν ήταν ένας κήπος με δέντρα όπου ήταν σκοτεινά. Όταν πλησίασα στο κτίριο είδα ένα λευκό αυτοκίνητο και κάποιους να στέκονται εκεί. Καθώς ήταν πολύ σκοτάδι δεν μπορούσα να διακρίνω τα πρόσωπα τους. Όταν πλησίασα και άλλο είδα ότι οι μπροστά και η πίσω πόρτα από την μεριά του κήπου ήταν ανοιχτές. Ένας άνθρωπος είχε ανοίξει το πορτ μπαγάζ και φαινόταν να παίρνει κάτι ενώ πρόσεξα πως ο άνθρωπος που είχαν πιάσει από τα χέρια του οι άλλοι δύο ήταν ο πατέρας μου. Όταν είπα στον ξάδερφο μου ¨Είναι ο πατέρας μου¨, ξαφνικά όλοι γύρισαν προς τα εμάς και οι δύο που κρατούσαν τον πατέρα μου τον πήραν και μπήκαν στον κήπο. Εγώ έτρεξα αλλά όταν κοίταξα δεν είδα κανέναν γιατί ήταν πίσσα-σκοτάδι.¨

¨ΘΑ ΜΕ ΕΞΑΦΑΝΙΣΟΥΝ¨

Η Μπεσνά λέει πως είδε από κοντά το άτομο που βρισκόταν στη μεριά του πορτ μπαγάζ και νομίζοντας πως είναι καλεσμένοι πήγε να ενημερώσει την μάνα της και συνεχίζει λέγοντας : ¨ Όταν είπα στην μάνα μου πως ο πατέρας είναι με φίλους του εκεί, η μάνα μου ρώτησε «Και τι κάνουν εκεί ;» . Όταν της είπα ότι κατέβηκαν στον κήπο το πρόσωπο της άλλαξε και πανικοβλήθηκε. Στην αρχή έτρεξε προς το παράθυρο που έβλεπε προς τον κήπο και μη μπορώντας να δει τίποτε από εκεί, βγήκε στο μπαλκόνι που έβλεπε προς τον δρόμο και εκεί είδε τον μπαμπά μου ανάμεσα σε δύο άντρες. Ο πατέρας μου πριν τον χώσουν μέσα στο αυτοκίνητο σήκωσε το κεφάλι του και φώναξε στα κουρδικά στην μάνα μου «θα με εξαφανίσουν». Η μάνα μου , ο αδερφός μου, όλοι μας τρέξαμε προς τα κάτω. Ο πατέρας μου αντιστεκόταν για να μην ανέβει στο αυτοκίνητο. Την ώρα που τον πέταξαν μέσα στο αυτοκίνητο πρόλαβε ο αδερφός μου και έπιασε την πίσω πόρτα. ΟΙ αστυνομικοί τότε του φώναξαν ¨έλα να σε πάρουμε και σένα¨ και πάτησαν γκάζι. Έτσι ο αδερφός μου σύρθηκε για κάποια απόσταση και έπεσε κάτω, ενώ η μάνα μου έτρεξε πίσω από το άσπρο Τόρος χωρίς να προλάβει.

…………………….

Κουρδικό Πρακτορείο Φιράτ 8-11-2011

Μοιραστείτε
Share on FacebookTweet about this on TwitterShare on Google+Pin on PinterestEmail this to someone