ΜΝΗΜΕΣ ΝΤΕΡΣΙΜ

Κουρδικό Πρακτορείο Φιράτ 30-5-2011

Σε μια ζωή έζησε τρεις φορές την φρίκη στο Ντέρσιμ

Κωνσταντινούπολη- ¨Στην Κωνσταντινούπολη είμαι σαν δέντρο δίχως ρίζες¨. Αυτή που λέει αυτά τα λόγια είναι η Μελεκά Χεμέντε Ουσενί. Η Ουσενί που σήμερα είναι 84 χρονών από τύχη σώθηκε από την σφαγή του Ντέρσιμ. Οι σφαγές και ο πόλεμος όμως δεν την άφησαν ήσυχη. Το 1994 το χωριό της πυρπολήθηκε από τον στρατό και πήρε την προσφυγιά.

70 χρόνια περίπου πέρασαν από την σφαγή του Ντέρσιμ, όπου χιλιάδες άτομα, γυναίκες, γέροι και παιδιά δολοφονήθηκαν. Όσο και αν το τουρκικό κράτος δεν αποδέχεται την σφαγή, η απόφαση του πρωτοδικείου του Χόζατ-περιοχή Ντέρσιμ- έστρεψε πάλι τα βλέματα σε αυτά που έγιναν στο Ντέρσιμ. Για την Ουσενί που ήταν μια από τους λίγους ανθρώπους που διασώθηκε από την σφαγή του Ντέρσιμ, οι πίκρες της δεν περιορίστηκαν σε εκείνες τις μέρες αλλά λόγω του καταπιεστικού χαρακτήρα του κράτους μιλάει η ίδια για ¨Ντέρσιμ δεύτερης και τρίτης γενιάς¨.

Η Ουσενί που το 1994 όταν ο στρατός επέβαλλε εκκένωση του χωριού της του Μουσκινάζε –περιοχή Ντέρσιμ- το 1994, αναγκάστηκε να πάει στα παιδιά της που ζούσαν στην Κωνσταντινούπολη, δηλώνει ότι ¨Στην Κωνσταντινούπολη είμαι σαν δέντρο χωρίς ρίζες.¨. Στα 11 της υπήρξε μάρτυρας της σφαγής του Ντέρσιμ, και στην δεκαετία του 90 έζησε την κρατική τρομοκρατία. Περιέγραψε λοιπόν αυτά που έζησε τότε.

Με βάση τα λεγόμενα της Ουσενί πριν από την σφαγή το 1936 οι στρατιώτες γυρνώντας όλα τα χωριά μάζεψαν τα όπλα και καλούσαν τους πάντες να παραδοθούνε. Η Ουσενί περιγράφει ως εξής εκείνες τις μέρες : Στο χωριό του πατέρα μου το Μουσκινάζε όπου καθόμασταν, επί τρία χρόνια τα αεροπλάνα πετούσαν βόμβες. Δεν ξέραμε που να κρυφτούμε. Μόλις ακούγαμε θόρυβο από αεροπλάνα, τρέχαμε στα δάση. Τόσο που ακόμα και τα γελάδια μας γυρνούσαν χωρίς τσομπάνη. Αν και βομβάρδιζαν τα χωριά μας, καθώς η περιοχή είναι ορεινή οι βόμβες δεν έβρισκαν εύκολα τον στόχο τους. Τα βουνά ήταν που προφύλαξαν τότε το χωριό μας από την εξαφάνιση λόγω βομβαρδισμών. Πετούσαν τέτοιες βόμβες που η κόρη του θείου μου νομίζοντας πως είναι παιχνίδι, έπαιξε μαζί της και έχασε έτσι ένα χέρι και ένα μάτι. Λόγω αυτών των βομβαρδισμών για τρία χρόνια μέναμε στο χωριό μόνο τον χειμώνα, ενώ όλο τον υπόλοιπο χρόνο οικογενειακά κρυβόμασταν στην εξοχή.

¨ΕΓΙΝΑ ΝΥΦΗ ΚΑΙ ΣΩΘΗΚΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΦΟΜΟΙΩΣΗ¨

Η Ουσενί περιγράφει πως το κράτος το 1937 στα πλαίσια του σχεδίου Σιντικά Αβάρ επέβαλε σε κάθε μουχτάρη χωριού να στείλει ένα κορίτσι στο σχολείο και λέει πως «Ο μπαμπάς μου τότε με την αγωνία πως ¨αυτοί λένε ψέματα, θα μεγαλώσουν τα κορίτσια μας και θα τα χρησιμοποιήσουν σε άσχημους σκοπούς¨ , με έδωσε ως νύφη το φθινόπωρο του 1937 στο γειτονικό χωριό Σακάκ. Εγώ έτσι σώθηκα, τότε ήμουν μόνο 11 χρονών. Στο χωριό εκείνο που με έστειλαν για πρώτη φορά είδα στρατιώτες. Τότε είδα και την ομάδα της φυλής Κιργκάν που τους είχα δει νωρίτερα στην συγκέντρωση των όπλων, οι οποίοι τα πήγαιναν καλά με τους στρατιώτες. Χόρταιναν τις κοιλιές τους και βοηθούσαν να κατασκευαστούνε στρατόπεδα.

Το καλοκαίρι του 1938 κι ενώ ήταν ο καιρό του θερισμού, ήρθε ξαφνικά στο χωριό μας ο γνωστός τραγουδιστής Βελιγιέ Ιμανί.. Μας είπε ότι στα χωριά Χαλβορίγιε, Σιξουμέρου και Ιστέρου οι στρατιώτες έκαναν καταστροφές. Τα χωριά κάηκαν και οι άνθρωποι σφαγιάστηκαν. Συγγενείς αυτών που χάθηκαν στο Ιστέρου τα περιέγραψαν στον Ιμανί, και του είπαν πως είχε έρθει η σειρά του χωριού μας. Για αυτό μας είπε πως θα έπρεπε να βρούμε επειγόντως ένα μέρος να κρυφτούμε.

ΜΙΑ ΝΥΧΤΑ ΕΠΙΤΕΘΗΚΑΝ ΣΤΟ ΧΩΡΙΟ ΞΑΦΝΙΚΑ…

Μια νύχτα όμως ξαφνικά μπήκαν στο χωριό, καθώς εμείς χωρίς να το αντιληφθούμε είχαν στήσει σκηνές πολύ κοντά στο χωριό. Όταν μέσα στην νύχτα ακούστηκαν θόρυβοι από τα πέταλα (αλόγων) και είδαμε τις δάδες που κρατούσαν, όλοι έφυγαν από το χωριό. Οι στρατιώτες μπήκαν στο χωριό. Στο χωριό εκτός από τους Σουλεϊμάν Αγά και Αλέ Γκουβάρε που τους έδειχναν υποχρεωτικά το δρόμο, όλες οι άλλες οικογένειες είχαν φύγει από το χωριό. Οι στρατιώτες μόλις μπήκαν στο χωριό έκαψαν τους φράχτες που είχαμε για να μην μπαίνουν τα ζώα στα χωράφια. Εκεί είπαν στον Σουλειμάν Αγά που ήξερε καλά τουρκικά ότι ¨αν γίνεις ο οδηγός μας δεν θα κάνουμε τίποτε στην οικογένεια σου¨ και τον έβαλαν να υπογράψει ένα χαρτί. Οι στρατιώτες ζήτησαν από τον Σουλειμάν Αγά 5 αρνιά για να φάνε. Εκείνος όταν ήρθε και πήρε τα 5 αρνιά, μας προειδοποίησε λέγοντας : ¨Δεν υπάρχει εμπιστοσύνη σε αυτούς, εσείς γυναίκες και παιδιά φύγετε¨. Τότε η πεθερά μου πήρε τα παιδιά της και μαζί με εμένα που ήμουν νέα νύφη, βγήκαμε βράδυ από το σπίτι και πήραμε δρόμο¨.

¨ΚΑΤΑΚΟΙΤΗ ΓΥΝΑΙΚΑ ΤΗΝ ΕΚΑΨΑΝ ΖΩΝΤΑΝΗ¨

Περιγράφοντας εκείνη την στιγμή η γιαγιά Ουσενί βουρκώνει και λέει : ¨Όλη τη νύχτα βαδίζαμε προς το δάσος Ζάργκοβιτ. ¨ένα μικρό παιδί το κουβαλούσα εγώ στην πλάτη μου. Έκλαιγε συνέχεια και ζητούσε νερό. H πεθερά μου ζήτησε να φέρω νερό. ¨Όμως αυτό ήταν τουλάχιστον 3-4 χιλιόμετρα δρόμος. Περπατούσα και έκλαιγα. Τότε άρχισα να ακούω φωνές και είδα τον τραγουδιστή Ιμανί. Όταν είδε τα κατακόκκινα μάτια μου μου είπε : ¨ Έλα εδώ πουλί μου, μη φοβάσαι. Που πάς ; Για κοίτα απέναντι και γύρνα αμέσως πίσω¨. Κοίταξα και είδα κάτω από το δάσος 20 στρατιώτες έφιππους να έρχονται, με τις ξιφολόγχες τους να βγάζουν έναν άσχημο θόρυβο. Φυσικά αμέσως γύρισα πίσω. Γυρνώντας γρήγορα-γρήγορα πίσω είδα να βγαίνουν καπνοί από το χωριό Μεζρά. Κατάλαβα ότι οι στρατιώτες το πυρπόλησαν και ενημέρωσα σχετικά την πεθερά μου. Αργότερα μάθαμε ότι σε εκείνη την περιοχή έσφαξαν τις οικογένειες Μεμλί Αγά, Βελί Αγά, Τσιτσέ Αγαγί, Μουζιρέ Σαντιτσί, Ξιντέ Γκιουλέ και Ριζέ Γκιουλέ και έκαψαν τα σπίτια τους. Ακόμη και την ανάπηρη Αλτέ δεν την λυπήθηκαν. Την έκαψαν ζωντανή μαζί με το σπίτι της. Τα δύο κορίτσια του Βελί Αγά, την Φετζιρά και την Ρεσέ τις πήραν μαζί τους. Αργότερα τα πτώματα τους βρέθηκαν κοντά στην περιοχή όπου είχαν κατασκηνώσει οι στρατιώτες. Στα σώματα τους δεν υπήρχαν ίχνη από ξιφολόγχες, τις σκότωσαν βιάζοντας τες. Εμείς κινηθήκαμε προς το χωριό Οκ. Πεινούσαμε και διψούσαμε αλλά πιο πολύ μας ταλαιπωρούσε η δίψα. Πριν να φτάσουμε στο χωριό είδαμε μια λίμνη σκεπασμένη με φύλλα. Παρά το ότι το νερό έβραζε, όλη η ομάδα των 11 ατόμων που ήμασταν πήγαμε εκεί και ήπιαμε όσο μπορούσαμε. Μετά κοιμηθήκαμε εκεί. Την ώρα που κοιμόμασταν μια γυναίκα από εμάς πήγε στο χωριό και μας έφερε φαγητό. Μας φώναξαν στο χωριό αλλά από τον φόβο μας δεν πήγαμε. Πάλι πήραμε το δρόμο για το χωριό μας¨.

¨ΑΠΟ ΤΗΝ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ ΜΟΥ ΣΚΟΤΩΣΑΝ 19 ΑΤΟΜΑ ΜΕ ΤΙΣ ΞΙΦΟΛΟΓΧΕΣ ¨

Η Μελέκα περιγράφει πως τότε ήρθε η μάνα της η οποία ανησυχούσε για την ίδια. Αναφέρει : ¨ Η μάνα μου ήρθε για να με πάρει στο χωριό του πατέρα μου. Πηγαίνοντας προς τα εκεί, σε περιοχή ανάμεσα στα χωριά Σακάκ και Ασκεσόρε είδαμε εκατοντάδες στοιβαγμένα πτώματα. Από εκείνη την σφαγή είχε σωθεί μόνο μια γυναίκα που είχε κρυφτεί ανάμεσα στα πτώματα. Δεν υπήρχε όμως σημείο του σώματος της που να μην είχε τρυπηθεί από την ξιφολόγχη, ήταν μέσα στα αίματα. Ήταν τρομερό, η εικόνα ακόμη δεν φεύγει από τα μάτια μου. Όταν φτάσαμε στο χωριό του πατέρα μου μάθαμε ότι 19 συγγενείς μας-κάτοικοι του χωριού Μπορνεγέ είχαν σφαγεί με τις ξιφολόγχες. Ο θείος μου ο Ισμαήλ αρρώστησε από το νέο αυτό και πέθανε από τον καημό του. Μας ήρθε είδηση ότι ερχόταν ένα σύνταγμα από το Ερζιντζάν το οποίο αφάνιζε τα πάντα στο δρόμο του. Ο μπαμπάς μου, ο παππούς μου και όλες οι 40 οικογένειες του χωριού μας φύγαμε προς τα βουνά.

ΣΑΝ ΑΠΟ ΘΑΥΜΑ ΣΩΘΗΚΑΜΕ…

Η μάνα μου ήταν σε άλλη ομάδα, ενώ εγώ στην ομάδα του πατέρα μου. Στο δάσος δεν υπήρχε μέρος να κρυφτούμε. Για αυτό ο παππούς μου μας πήγε στο βουνό και εκεί κρυφτήκαμε σε μια σπηλιά αρκούδας. Αν και οι στρατιώτες πέρασαν από εκεί δεν μας πρόσεξαν. Το σύνταγμα εκείνο έκαψε σπίτια, χωράφια, τα πάντα. Πιστεύοντας πως το σύνταγμα είχε φύγει γυρίσαμε στο χωριό, αλλά εκεί είχε στηθεί ενέδρα. Μας συνέλαβαν όλους. Έστησαν τα όπλα απέναντι μας και μας έβαλαν στη σειρά. Την ώρα που θα μας θέριζαν ήρθε ένας καβαλάρης με χαρτί στο χέρι, και το έδωσε στον διοικητή. Ο διοικητής του συντάγματος μας είπε πως ¨Άντε βρε σωθήκατε. Ο Φεβζί Τσακμάκ σας έδωσε αμνηστία¨. Είδαμε κατάματα τον θάνατο τόσο που κάποιοι λιποθύμησαν. Σαν από θαύμα σωθήκαμε.

……………..

Έκκληση από την 84χρονη γιαγιά προς τους αντάρτες

Η Μελέκα Ουσενί που για 17 χρόνια ζει με την νοσταλγία του χωριού της στην περιοχή Αβτζιλάρ της Κωνσταντινούπολης μέσα σε μια ¨ζούγκλα από μπετόν λέει πως « Δεν μας άφησαν καθόλου ήσυχους. Δεν μας άφησαν να χορτάσουμε ούτε τον πολιτισμό μας, ούτε την γλώσσα μας, ούτε την φύση μας. Μας μετέτρεψαν σε δέντρα χωρίς ρίζες και μας άφησαν να πεθάνουμε».

Η 84χρονη Μελέκα Ουσενί απευθυνόμενη στους αντάρτες λέει : ¨Εμείς το 1936 εμπιστευθήκαμε το κράτος και παραδώσαμε τα όπλα. Τώρα το ίδιο κράτος σας λέει να αφήσετε τα όπλα και όλα θα ρυθμιστούνε. Ποτέ μη τους πιστέψετε, μη ξεχνάτε τι έκαναν σε εμάς¨.

Μοιραστείτε
Share on FacebookTweet about this on TwitterShare on Google+Pin on PinterestEmail this to someone
Κατηγορία: ΚΟΥΡΔΙΚΟ | Ετικέτα: | Σχολιάστε

Σχολιάστε

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν κοινοποιείται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *